ΘΥΣΙΑ
Την αγαπούσε με μια αγάπη σπάνια, αληθινή, με μια φλόγα που δεν έσβηνε, όσο κι αν πόναγε. Ήταν για εκείνον ο κόσμος, η αρχή και το τέλος, και δίπλα της έμενε, έτοιμος να θυσιάσει τα πάντα. Κι όταν έμαθε την προδοσία της, η καρδιά του ράγισε, μα εκείνος δεν έφυγε, δεν έκανε βήμα μακριά. Έβαλε τον πόνο του στην άκρη, κατάπιε τα δάκρυα, και στάθηκε πλάι της, όπως πάντα, βράχος σιωπηλός. Εκείνη τον κοίταζε με βλέμμα γεμάτο ενοχή, μα ήξερε πως η αγάπη του ήταν εκεί, αμετάβλητη. Ήθελε να τον ξανακερδίσει, μα δεν έκανε τίποτα, κι εκείνος, αντί να την εγκαταλείψει, την συγχώρησε σιωπηλά. Και κάθε φορά που ο πόνος τον κυρίευε, έπνιγε το παράπονο, έσφιγγε τη γροθιά του, και έμενε εκεί, δίπλα της, θυσιάζοντας τη γαλήνη του, για την αγάπη που του είχε δώσει κάποτε απλόχερα. Ζουν μαζί, δυο ψυχές δεμένες από αγάπη και πληγή, κι εκείνος την αγαπά ακόμα, παρόλο που πονάει, σαν να είναι προορισμένος να θυσιάζεται για εκείνη, ακόμα κι αν η καρδιά του αιμορραγεί σε κάθε ανάσα. ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ : Το...